village to city logo
spacer


Από τους Οικισμούς
στις Οργανωμένες Πόλεις

Πρόοδος

Η έρευνα παρουσιάστηκε στο Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα στις 20 Γενάρη 2009 με τίτλο: «Αστικοποίηση στον ελληνικό κόσμο 1000 – 500 π.Χ. – και οι κρίσιμες μάζες του μεγέθους των οικισμών και των αριθμών των οικισμών». ΝΒ: Αν θέλετε να λάβετε το πλήρες αντίγραφο της ομιλίας, συμπεριλαμβανομένου και του Power Point Presentation, παρακαλώ επικοινωνήστε στο: rf@villagetocity.org

Η έρευνα παρουσιάστηκε από τη σκοπιά μιας πόλης, της Κορίνθου, στο διεθνές συνέδριο «Η Κορινθία και η βορειοανατολική Πελοπόννησος: Τοπογραφία και ιστορία από την προϊστορική περίοδο μέχρι το τέλος της αρχαιότητας», στο Λουτράκι στις 28 Μαρτίου 2009, «Τοπογραφικές επιπτώσεις του τείχους του εβδόμου αιώνα π.Χ. της πόλης της Κορίνθου». ΝΒ: Αν θέλετε να λάβετε το πλήρες αντίγραφο της ομιλίας, συμπεριλαμβανομένου και του Power Point Presentation, παρακαλώ επικοινωνήστε στο: rf@villagetocity.org

Προκαταρκτικά αποτελέσματα και συμπεράσματα

Μέτα από έρευνα ενάμιση χρόνου η μελέτη έχει προχωρήσει από πολλές πλευρές. Μεγαλώνει σταθερά η βάση δεδομένων των οικισμών με αστικά στοιχεία (βλ. «Η έρευνα») και μας επιτρέπει τον έλεγχο της θεωρίας σε αντιπαραβολή με την παρατήρηση, σε μια ολοένα και εγκυρότερη βάση, καθώς και την παραγωγή καινούριων ιδεών που βασίζονται στα χαρακτηριστικά των δεδομένων. Αυτή η αναφορά, σχετικά με την πρόοδο της εργασίας, παρουσιάζει τα ακόλουθα αποτελέσματα που αποτελούν μερικά από τα προκαταρκτικά συμπεράσματα της έρευνας.

Αστικότητα

Η έρευνα βασίζεται στην θεωρία ότι η αστικοποίηση αναπτύσσεται («συμβαίνει») και συντηρείται μόνο σε οικισμούς με κάποια έκταση, και μόνο όταν τέτοιοι οικισμοί βρίσκονται σ’ ένα πολιτιστικό και οικονομικό δίκτυο παρομοίων οικισμών. Το μέγεθος του οικισμού καθορίζεται πρώτα απ’ όλα από τον αριθμό των κατοίκων. Απαιτείται ορισμένος αριθμός κατοίκων, μια κρίσιμη μάζα, για να αναπτυχθεί ο οικισμός και να διατηρηθούν οι αστικές λειτουργίες. Ερμηνεύοντας διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα μπορούμε να εξακριβώσουμε τους στοιχειώδεις αριθμούς πληθυσμών. Στη συνέχεια οι αριθμοί αυτοί διασταυρώνονται με την εμφάνιση αστικών στοιχείων πριν καταταχθούν οι μεμονωμένοι οικισμοί ως αστικοί ή όχι. Τα μέχρι τώρα ευρήματά μου εξηγούνται με αυτό το απλό μοντέλο (Εικ. 1) που ισχύει για τον ελληνικό κόσμο από τον 8ο αιώνα μέχρι τον 6ο αιώνα π.Χ. Μοντέλο κατηγοριοποίησης των οικισμών Είναι βέβαιο ότι οι μεμονωμένες εκτιμήσεις των αριθμών των μέσων πληθυσμών θα είναι μικρότερες ή μεγαλύτερες από τους πραγματικούς (αληθινούς ιστορικούς) αριθμούς στη συγκεκριμένη εποχή και στις συγκεκριμένες τοποθεσίες. Όμως, όσον αφορά σε αυτήν την έρευνα, αρκεί να προσδιορίσουμε ακόμα και πρόχειρα τους αριθμούς, οι οποίοι θα μας δείξουν σε μεγάλο βαθμό εάν ένας οικισμός ανήκει σε μια από τις τέσσερεις κατηγορίες οικισμών. Σε αυτό το στάδιο θεωρείται ότι οι ακόλουθοι παράμετροι, που αποτελούν και κοινωνικοοικονομικά και (φυσικά) δομικά στοιχεία, είναι ενδείξεις αστικοποίησης:

Κοινωνικοοικονομικά στοιχεία

  • Ανώτερη θέση στην ιεραρχία του οικισμού
  • Διαφοροποίηση των εργασιών
  • Εξωτερικό εμπόριο
  • Χρήση της γραφής

Δομικά στοιχεία

  • Οχύρωση τείχους/οχυρωμένη θέση
  • Σπίτια με αρχιτεκτονικό σχέδιο που έχουν επηρεαστεί πολύ από τα γύρω σπίτια, άλλες δομές και/ή ο χώρος του οικισμού (πυκνότητα οικοδομών)
  • Μνημειακή αρχιτεκτονική
  • Πλακοστρωμένοι κοινόχρηστοι χώροι, όπως δρόμοι ή πλατείες
  • Εγκαταστάσεις για ύδρευση και/ή αποστράγγιση (όχι πηγάδια)

Όλα αυτά τα στοιχεία μπορούν να χρησιμοποιούνται ως ενδείξεις αστικοποίησης, μερικά περισσότερο απ’ άλλα. Όλα μαζί αποτελούν έναν ιδεώδη «πλουραλιστικό» τύπο του Weber και όχι έναν ορισμό και είναι όλα πια παραδοσιακοί δείκτες που χρησιμοποιούνται στις αστικές έρευνες στην παγκόσμια ιστορία, εκτός από το πρώτο, το οποίο, μέχρι τώρα, πιστεύω ισχύει για τον ελληνικό κόσμο ακριβώς αυτής της περιόδου. Δεν έχω αποφασίσει ακόμα πόσα από αυτά τα στοιχεία θα πρέπει να εμφανίζονται σ’ ένα οικισμό για να οριστεί ως αστικός. Βεβαίως, θα εξετάσω το θέμα αυτό διεξοδικά στο βιβλίο που πρόκειται να βγει μετά το τέλος αυτής της έρευνας. Όμως, προς το παρόν θα ήθελα απλά να αναφέρω ότι αυτή τη στιγμή πιστεύω πως οι τοποθεσίες με ενδείξεις ύπαρξης και των τριών πρώτων δομικών στοιχείων θα έπρεπε να κατατάσσονται σαν αστικές. Επιπλέον, θα ήθελα να προσθέσω ότι υπάρχουν σημαντικές δυσκολίες σχετικά με την ερμηνεία πηγών μερικών στοιχείων, π.χ. πόσα «ξένα» αντικείμενα θα πρέπει να εντοπίσουμε πριν μπορέσουμε να μιλήσουμε για εξωτερικό εμπόριο, και σε πιο βαθμό μας επιτρέπουν οι ενδείξεις γραφής σε μια τοποθεσία να την κατατάσσουμε ως αστική; Προφανώς δεν πρόκειται να κατατάσσουμε κανένα οικισμό σε αυτήν την έρευνα κρίνοντας μόνο από «αδύνατες» δείκτες. Η ισχύς αυτής της έρευνας είναι η ευρεία της προσέγγιση η οποία έχει ως στόχο της να κατατάσσει όσο το δυνατόν περισσότερους δείκτες. Η επακόλουθη αναλυτική ενάσκηση είναι η παρατήρηση της ύπαρξης τέτοιων δεικτών σε μεμονωμένες τοποθεσίες, σε συνδυασμό με το εκτιμώμενο μέγεθος του πληθυσμού, που θα αποκαλύψει σημαντικά χαρακτηριστικά. Αυτό έχει ήδη γίνει προκαταρκτικά σε αρκετές τοποθεσίες. Όπως δείχνει η Εικόνα 1, πιστεύω, αυτήν τη στιγμή, ότι η αστικοποίηση συμπίπτει μ’ ένα μόνιμο πληθυσμό των 1,000 ή περισσοτέρων ατόμων στον ελληνικό κόσμο κατά τον όγδοο και έβδομο αιώνα π.Χ. Σίγουρα θα εμφανιστούν μερικά χαρακτηριστικά που θα αποτελέσουν τη διαφορά μεταξύ πόλεων και κωμοπόλεων, αλλά η διάκριση μεταξύ των δυο αυτών κατηγοριών έχει μικρότερη σημασία. Όσον αφορά στις βασικές αστικές λειτουργίες οι πόλεις είναι απλά μεγαλύτερες εκδοχές των κωμοπόλεων. Το πιο σημαντικό είναι πρώτα να χωρίσουμε τις αστικές οντότητες από τις μη αστικές, που τις έχω ονομάσει πόλη/κωμόπολη και χωριό/χωριουδάκι, και να αποδείξουμε τους αριθμούς και τις τοποθεσίες των αστικών μονάδων (κωμοπόλεων/πόλεων).

Αριθμός κωμοπόλεων στις αρχές του ελληνικού κόσμου

Ακριβώς όπως ένας οικισμός πρέπει να έχει ένα συγκεκριμένο μέγεθος (κριτική μάζα κατοίκων) για να λειτουργεί ως αστικός οικισμός, πρέπει να βρίσκεται μέσα σ’ ένα πολιτιστικό και οικονομικό δίκτυο παρομοίων οικισμών. Δίκτυα οικισμών καθορίζονται από ένα συνδυασμό αριθμών και γειτνίασης των οικισμών. Ο κλασσικός ελληνικός πολιτισμός των πόλεων με περίπου 1,000 αστικές ομάδες με αλληλεπίδραση μεταξύ τους αποτελούσε ένα δίκτυο που προήλθε από την περίοδο που εξετάζεται σ’ αυτήν την έρευνα, όχι μόνο από μια γενική άποψη, αλλά και από μια συγκεκριμένη τοπογραφική άποψη: Αν και ένας μεγάλος αριθμός αυτών των αρχικών οικισμών δεν έχουν ακόμα ανακαλυφθεί, μπορούμε να αποδείξουμε, μαζεύοντας πληροφορίες από γνωστούς οικισμούς, χαρτογραφώντας τους και αναλύοντας τις ατομικές τους τοπογραφίες και τις γειτνιάσεις τους, ότι όντως υπήρξαν περιφερειακά και υπερ-περιφερειακά δίκτυα. Μέχρι τώρα έχουν προσδιοριστεί δίκτυα, π.χ., στην βορειοανατολική Πελοπόννησο, στην Κρήτη, στην Ιωνία και στην δυτική Ελλάδα. Αυτός ο προσδιορισμός αυτών των συγκεκριμένων δικτύων δεν είναι εύρημα δικό μου. Αυτό που ελπίζω να μπορέσω να αποδείξω είναι ότι υπήρξαν και άλλα τέτοια περιφερειακά δίκτυα και ότι, τελικά, ήταν όλα μέρη του ίδιου σπουδαίου δικτύου αρχικών ελληνικών πόλεων (κωμοπόλεων και πόλεων), που συνδέονταν κυρίως μέσω θάλασσας. Ο αριθμός αρχικών πόλεων είναι βεβαίως μικρότερος από τον αριθμό κλασσικών πόλεων, αλλά ήδη πιστεύω ότι το υλικό, σε συνδυασμό με εκτεταμένες συζητήσεις περί της γενικής κατάστασης και διατήρησης, μας οδηγεί στο καταπληκτικό συμπέρασμα ότι η πλειονότητα των κλασσικών πόλεων ήταν και αστικές (πόλεις) γύρω στα 700 π.Χ.

Καινούργιες παρατηρήσεις

Εκτός από την έρευνα που ανάφερα παραπάνω, και που αποτελεί τη βάση της προσχεδιασμένης έρευνας, έκανα τις ακόλουθες καινούργιες παρατηρήσεις σαν αποτέλεσμα των συλλεγμένων στοιχείων. Αναμφίβολα, όταν μαζέψω περισσότερα στοιχεία και τα αναλύσω προσεκτικά, θα εμφανιστούν περισσότερα ευρήματα: Figure 2 Modern Argos

  • Γενικώς θεωρείται ως δεδομένο ότι οι οικισμοί στις αρχές της Εποχής του σιδήρου (συμπεριλαμβανομένου του αιώνα από το 800 μέχρι το 700) ήταν διασκορπισμένοι (π.χ. το Άργος, η Ασίνη, η Αθήνα, η Κόρινθος και η Ερέτρια). Αφού έχω ανασκοπήσει τις τεκμηριώσεις και τις ερμηνείες συνολικά πιστεύω ότι θα έπρεπε να αμφισβητήσουμε την ιδέα αυτή. Ενώ η τοποθεσία των τάφων πραγματικά υποστηρίζει εν μέρει αυτήν τη θεωρία, αυτή βασίζεται εξίσου στα υπολείμματα σπιτιών που βρέθηκαν σε απόσταση εκατοντάδων μέτρων μεταξύ τους. Τέτοια υπολείμματα εκσκαφών ανακαλύπτονται λόγω τυχαίων ερευνών, οι οποίες μόνο μερικές φορές συμπτωματικά γίνονται σε βάθος όπου θα βρισκόταν τέτοια υπολείμματα σπιτιών. Επομένως θα μπορούσε να υποστηρίξει κανείς, αντιστρόφως, ότι αποτελούν τα εντοπιζόμενα υπολείμματα απλά ένα μικρό ποσοστό των μεγάλων αριθμών υπολειμμάτων σπιτιών που έχουν απομείνει, και ότι θα έρχονταν στο φως πολύ περισσότερα υπολείμματα σπιτιών από τον όγδοο αιώνα π.Χ. αν πραγματοποιούνταν εκσκαφές στις μεγάλες περιοχές που δεν έχουν διερευνηθεί ακόμα στους εν λόγω οικισμούς (βλ. το παράδειγμα Εικόνα 2 που δείχνει (σημαντικές) περιοχές του Άργους που δεν έχουν διερευνηθεί). Επιπλέον, αν σκεφτούμε πόσο υλικό του οικισμού εξαφανίστηκε ήδη στην αρχαιότητα, ιδιαίτερα από αυτήν την περίοδο, θα έπρεπε να ήταν ακόμα πιο εντυπωσιακή η αφθονία του αρχικού υλικού. Πιστεύω ότι οι οικισμοί, τουλάχιστον στις δεκαετίες 750-700 (σε τοποθεσίες όπως αυτές που αναφέρω παραπάνω), ήταν πυκνοί, μικτοί με ταφές, όχι διασκορπισμένοι. Η «διασκορπισμένη» ερμηνεία δημιουργεί πολλές πρακτικές δυσκολίες: για να φτάσουν οι οικισμοί ένα αριθμό πληθυσμού αρκετά μεγάλο ώστε να διατηρήσει τις αστικές λειτουργίες οι οποίες ξέρουμε ότι υπήρξαν στις ίδιες τοποθεσίες θα έπρεπε να απλώνονται σε τόσο τεράστιες εκτάσεις ώστε να μην ήταν καθόλου πρακτικό να μένεις εκεί. Επιπλέον, πρέπει να επισημάνουμε ότι δεν έχει εξακριβωθεί ούτε ένα παράδειγμα διασκορπισμένου οικισμού μετά από εκσκαφή απ’ όλο τον ελληνικό κόσμο, ενώ έχουν αποδειχθεί παραδείγματα (αποσπασματικών) πυκνών οικισμών από αυτήν την περίοδο εν αφθονία (προς το τέλος του όγδοου αιώνα: π.χ. στην Νάξο της Σικελίας, στα Μέγαρα, στη Ζαγορά, και στον Πρινιά).
  • Αλλαγές στην αρχιτεκτονική των σπιτιών έλαβαν χώρα σε μεγάλη κλίμακα κατά τον όγδοο αιώνα π.Χ. Του παλαιού τύπου σπίτι με αψίδα, που χτιζόταν εύκολα αλλά που ήθελε πολύ χώρο σε σχέση με το περιβάλλον του, αντικαταστάθηκε γενικά με ορθογώνια και πολλές φορές ενωμένα σπίτια σε μακριά γραμμή. Το εύρημα δεν είναι δικό μου, αλλά η ερμηνευτική αξία της παρατήρησης δεν έχει εκμεταλλευτεί πραγματικά. Είναι ολοφάνερο ότι η αλλαγή στην αρχιτεκτονική έλαβε χώρα λόγω της πίεσης στο χώρο λόγω των αναπτύξεων των οικισμών που είχε ως φυσικό αποτέλεσμα μια αύξηση της αξίας της γης/του χώρου. Ως ένα βαθμό μπορεί η «μοντέρνα» κατασκευή να χρησιμοποιηθεί ως αστικός δείκτης αν λαμβάνει χώρα και μαζί με άλλους αστικούς δείκτες.
  • Ενδείξεις πρώιμης γραφής (8. αιώνα π.Χ) έχουν υποτιμηθεί, και ποσοτικά και ποιοτικά. Βγαίνουν στην επιφάνεια όλο και περισσότερα ευρήματα μιας πρώιμης γραφής, αλλά και ο χαρακτήρας της γραφής δείχνει πως χρησιμοποιήθηκε η τέχνη της γραφής σε περισσότερες περιοχές και για περισσότερους λόγους απ’ ότι πιστεύαμε μέχρι τώρα.

Παγκόσμιες ιστορικές προοπτικές

Ψάχνοντας για συγκριτικά δείγματα
Ενδιαφέρομαι πολύ για συγκριτικά δείγματα άλλων πολιτισμών. Σίγουρα θα εξετάσω εν συντομία θέματα της αστικοποίησης της αρχαίας Μέσης Ανατολής και της Μεσογείου, ιδιαίτερα των Φοινίκων και των Ετρούσκων. Αλλά ενδιαφέρομαι επίσης πιο γενικά για τον κόσμο, μέχρι τις αρχές της σύγχρονης εποχής, όπου έπαψαν να υπάρξουν οι πολιτισμοί των πόλεων. Βασικές ερωτήσεις:

  • Η θεωρία των συγκροτημάτων: οι πόλεις υπήρχαν πάντα σε συγκροτήματα. Οι πόλεις κράτη δεν θα μπορούσαν να εμφανιστούν, να αναπτυχθούν και να υπάρξουν στον χρόνο χωρίς άλλες πόλεις κοντά τους. Πιστεύω ότι αυτό ισχύει σ’ ένα βαθμό και για τις αστικές κοινότητες. Βεβαίως, ένα σημαντικό ζήτημα είναι το πόσο απέχουν μεταξύ τους αυτά τα αστικά κέντρα ώστε να τα χαρακτηρίζουμε σαν συγκροτήματα ή όχι. Υπάρχουν πουθενά περιοχές όπου υπήρξαν μερικές αστικές μονάδες απομονωμένες;

Το ζήτημα είναι: γνωρίζει η διεθνής κοινότητα ιστορικών πολιτισμούς οι οποίοι αποδίδουν τέτοια δείγματα; Ευχαρίστως να μάθω αν υπάρχουν. Συζητώ την έρευνά μου πολύ συχνά με φοιτητές, απόφοιτους και καθιερωμένους ιστορικούς και αρχαιολόγους. Γι’ αυτό, αν μελετήσετε ή ενδιαφέρεστε για την αστικοποίηση της αρχαίας Μεσογείου ή κάπου αλλού στον αρχαίο κόσμο, πολύ θα ήθελα να έρθετε σ’ επαφή μαζί μου.

Παρακαλώ επικοινωνήστε στο rf@villagetocity.org για περισσότερες πληροφορίες και/ή συζήτηση.

spacer


english language versionspacerdanish language site

divider
Rune Frederiksen, PhD
Ινστιτούτο της Δανίας στην Αθήνα
Χαιρεφώντος 14, Πλάκα
GR - 105 58 Αθήνα, Ελλάδα
[k] + 30 697 4958638
[e] rf@villagetocity.org
devider